Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
defective
01
ελαττωματικός, ελαττωματική
having flaws that reduce functionality or quality
Παραδείγματα
The watch stopped working due to a defective battery.
Το ρολόι σταμάτησε να λειτουργεί λόγω ελαττωματικής μπαταρίας.
02
ελαττωματικός, ελλιπής
significantly below normal in structure, function, intelligence, or behavior
Παραδείγματα
She inherited a defective gene that caused health issues.
Κληρονόμησε ένα ελαττωματικό γονίδιο που προκάλεσε προβλήματα υγείας.
03
ελαττωματικός, ελαττωματικός
not operating properly or failing to work as intended
Παραδείγματα
The faucet was defective and leaked constantly.
Η βρύση ήταν ελαττωματική και έσταζε συνεχώς.
Λεξικό Δέντρο
defectively
defectiveness
defective
defect



























