Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Defect
01
ελάττωμα, ψεγάδι
a flaw or deficiency that impairs the quality or effectiveness of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
defects
Παραδείγματα
The car was recalled due to a defect in the braking system that could cause accidents.
Το αυτοκίνητο ανακλήθηκε λόγω ενός ελαττώματος στο σύστημα πέδησης που θα μπορούσε να προκαλέσει ατυχήματα.
02
ελάττωμα, ατέλεια
an imperfection in a bodily system
03
ελάττωμα, ψεγάδι
a mark or flaw that spoils the appearance of something (especially on a person's body)
04
ελάττωμα, ατέλεια
an imperfection in an object or machine
to defect
01
λιποτακτώ, περνώ στο στρατόπεδο του εχθρού
desert (a cause, a country or an army), often in order to join the opposing cause, country, or army
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
defect
γ΄ ενικό πρόσωπο
defects
ενεστώτα μετοχή
defecting
απλός αόριστος
defected
παθητική μετοχή
defected
LanGeek



























