Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Defect
01
ελάττωμα, ψεγάδι
a flaw or deficiency that impairs the quality or effectiveness of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
defects
Παραδείγματα
The house was sold at a lower price because of a structural defect in the foundation.
Το σπίτι πωλήθηκε σε χαμηλότερη τιμή λόγω ενός δομικού ελαττώματος στη θεμελίωση.
02
ελάττωμα, ατέλεια
an imperfection in a bodily system
03
ελάττωμα, ψεγάδι
a mark or flaw that spoils the appearance of something (especially on a person's body)
04
ελάττωμα, ατέλεια
an imperfection in an object or machine
to defect
01
λιποτακτώ, περνώ στο στρατόπεδο του εχθρού
desert (a cause, a country or an army), often in order to join the opposing cause, country, or army
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
defect
γ΄ ενικό πρόσωπο
defects
ενεστώτα μετοχή
defecting
απλός αόριστος
defected
παθητική μετοχή
defected



























