defect
Pronunciation
/ˈdifɛkt/, /dɪˈfɛkt/

Ορισμός και σημασία του "defect"στα αγγλικά

01

ελάττωμα, ψεγάδι

a flaw or deficiency that impairs the quality or effectiveness of something
defect definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
defects
Παραδείγματα
The house was sold at a lower price because of a structural defect in the foundation.
Το σπίτι πωλήθηκε σε χαμηλότερη τιμή λόγω ενός δομικού ελαττώματος στη θεμελίωση.
02

ελάττωμα, ατέλεια

an imperfection in a bodily system
03

ελάττωμα, ψεγάδι

a mark or flaw that spoils the appearance of something (especially on a person's body)
04

ελάττωμα, ατέλεια

an imperfection in an object or machine
to defect
01

λιποτακτώ, περνώ στο στρατόπεδο του εχθρού

desert (a cause, a country or an army), often in order to join the opposing cause, country, or army
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
defect
γ΄ ενικό πρόσωπο
defects
ενεστώτα μετοχή
defecting
απλός αόριστος
defected
παθητική μετοχή
defected
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store