Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
defective
01
ελαττωματικός, ελαττωματική
having flaws that reduce functionality or quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most defective
συγκριτικός βαθμός
more defective
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The phone was returned because it was defective.
Το τηλέφωνο επιστράφηκε επειδή ήταν ελαττωματικό.
02
ελαττωματικός, ελλιπής
significantly below normal in structure, function, intelligence, or behavior
Παραδείγματα
The patient was diagnosed with a defective heart valve.
Ο ασθενής διαγνώστηκε με ελαττωματική καρδιακή βαλβίδα.
03
ελαττωματικός, ελαττωματικός
not operating properly or failing to work as intended
Παραδείγματα
The defective printer wouldn't feed paper.
Ο ελαττωματικός εκτυπωτής δεν τροφοδοτούσε χαρτί.
Λεξικό Δέντρο
defectively
defectiveness
defective
defect



























