defective
de
di
fec
ˈfɛk
fek
tive
tɪv
tiv
deductivedetectivedefensivedepictive

Ορισμός και σημασία του "defective"στα αγγλικά

01

ελαττωματικός, ελαττωματική

having flaws that reduce functionality or quality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most defective
συγκριτικός βαθμός
more defective
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The phone was returned because it was defective. 

Το τηλέφωνο επιστράφηκε επειδή ήταν ελαττωματικό.

02

ελαττωματικός, ελλιπής

significantly below normal in structure, function, intelligence, or behavior 
Παραδείγματα
The patient was diagnosed with a defective heart valve. 

Ο ασθενής διαγνώστηκε με ελαττωματική καρδιακή βαλβίδα.

03

ελαττωματικός, ελαττωματικός

not operating properly or failing to work as intended 
Παραδείγματα
The defective printer wouldn't feed paper. 

Ο ελαττωματικός εκτυπωτής δεν τροφοδοτούσε χαρτί.

Λεξικό Δέντρο

defectively
defectiveness
defective
defect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store