inconvenience
in
ˌɪn
in
con
kən
kēn
ve
ˈvi:
vi
nience
niəns
niēns
convenience

Ορισμός και σημασία του "inconvenience"στα αγγλικά

01

δυσκολία, ασφάλεια

difficulties caused by something that makes one irritated or uncomfortable 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inconveniences
Παραδείγματα
We apologize for the inconvenience caused by the construction noise outside the hotel. 

Ζητάμε συγγνώμη για την απογοήτευση που προκλήθηκε από τον θόρυβο των εργασιών έξω από το ξενοδοχείο.

02

δυσκολία, πρόβλημα

the state or quality of being not useful, suitable, or convenient 
Παραδείγματα
The room's location posed an inconvenience for the guests. 

Η τοποθεσία του δωματίου αποτελούσε πρόβλημα για τους επισκέπτες.

to inconvenience
01

προκαλώ ταλαιπωρία, δημιουργώ δυσκολία

to cause someone or something difficulty, discomfort, or trouble 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inconvenience
γ΄ ενικό πρόσωπο
inconveniences
ενεστώτα μετοχή
inconveniencing
απλός αόριστος
inconvenienced
παθητική μετοχή
inconvenienced
Παραδείγματα
The construction work inconvenienced the residents. 

Τα εργα κατασκευής προκάλεσαν αναστάτωση στους κατοίκους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store