Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Inconvenience
01
δυσκολία, ασφάλεια
difficulties caused by something that makes one irritated or uncomfortable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inconveniences
Παραδείγματα
He found it a great inconvenience to commute two hours each day to work.
Βρήκε μεγάλη δυσκολία στο να κάνει δύο ώρες μετάβασης κάθε μέρα για τη δουλειά.
02
δυσκολία, πρόβλημα
the state or quality of being not useful, suitable, or convenient
Παραδείγματα
The arrangement of furniture created minor inconveniences.
Η διάταξη των επίπλων δημιούργησε μικρές προβληματισμούς.
to inconvenience
01
προκαλώ ταλαιπωρία, δημιουργώ δυσκολία
to cause someone or something difficulty, discomfort, or trouble
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inconvenience
γ΄ ενικό πρόσωπο
inconveniences
ενεστώτα μετοχή
inconveniencing
απλός αόριστος
inconvenienced
παθητική μετοχή
inconvenienced
Παραδείγματα
Heavy traffic inconvenienced drivers during rush hour.
Η έντονη κυκλοφορία προκάλεσε δυσκολίες στους οδηγούς κατά τις ώρες αιχμής.
Λεξικό Δέντρο
inconvenience
convenience
convene



























