imperative
Pronunciation
/ˌɪmˈpɛɹətɪv/

Ορισμός και σημασία του "imperative"στα αγγλικά

imperative
01

επιτακτικός, επείγων

having great importance and requiring immediate attention or action
imperative definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most imperative
συγκριτικός βαθμός
more imperative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Regular maintenance is imperative to keep machinery running smoothly.
Η τακτική συντήρηση είναι απαραίτητη για τη συνεχή λειτουργία των μηχανημάτων.
02

προστακτικός, επιτακτικός

(of grammar) asserting a command or order
Παραδείγματα
The verb " Please pass the salt " is used in the imperative mood.
Το ρήμα "Παρακαλώ δώστε το αλάτι" χρησιμοποιείται στον προστακτική έγκλιση.
03

επιτακτικός, αυταρχικός

commanding or forceful in a way that expresses authority
Παραδείγματα
The judge 's imperative tone emphasized the seriousness of the situation.
Ο επιτακτικός τόνος του δικαστή τόνισε τη σοβαρότητα της κατάστασης.
01

επιτακτικός, ανάγκη

a crucial duty or task that is essential and requires immediate attention or action
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
imperatives
Παραδείγματα
Learning CPR is an imperative skill for anyone working in public safety.
Η εκμάθηση της ΚΑΡ είναι μια απαραίτητη δεξιότητα για όποιον εργάζεται στη δημόσια ασφάλεια.
02

προστακτική, εντολικός

a mood of a verb or phrase that expresses an order
Παραδείγματα
The imperative in " Stay calm " makes it clear that the speaker is giving an order.
Η προστακτική στο «Μείνε ήρεμος» καθιστά σαφές ότι ο ομιλητής δίνει μια εντολή.

Λεξικό Δέντρο

imperatively
imperativeness
imperative
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store