Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imperative
01
επιτακτικός, επείγων
having great importance and requiring immediate attention or action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most imperative
συγκριτικός βαθμός
more imperative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It is imperative that we address climate change to ensure the well-being of future generations.
Είναι επιτακτική ανάγκη να αντιμετωπίσουμε την κλιματική αλλαγή για να εξασφαλίσουμε την ευημερία των μελλοντικών γενεών.
02
προστακτικός, επιτακτικός
(of grammar) asserting a command or order
Παραδείγματα
"Sit down" is an example of an imperative sentence.
"Κάθισε" είναι ένα παράδειγμα προστακτικής πρότασης.
03
επιτακτικός, αυταρχικός
commanding or forceful in a way that expresses authority
Παραδείγματα
The officer spoke in an imperative tone, demanding immediate compliance.
Ο αξιωματικός μίλησε με επιτακτικό τόνο, απαιτώντας άμεση συμμόρφωση.
Imperative
01
επιτακτικός, ανάγκη
a crucial duty or task that is essential and requires immediate attention or action
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
imperatives
Παραδείγματα
It's an imperative to address climate change for the well-being of future generations.
Είναι υποχρέωση να αντιμετωπίσουμε την κλιματική αλλαγή για την ευημερία των μελλοντικών γενεών.
Παραδείγματα
The teacher explained that "Sit down!" is an imperative used to give a direct command.
Ο δάσκαλος εξήγησε ότι το "Κάθισε!" είναι μια προστακτική που χρησιμοποιείται για να δώσει μια άμεση εντολή.
Λεξικό Δέντρο
imperatively
imperativeness
imperative



























