Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Obligation
01
υποχρέωση, καθήκον
an action that one must perform because they are legally or morally forced to do so
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
obligations
Παραδείγματα
Attending the meeting was not just a suggestion but an obligation for all department heads.
Η παρουσία στη συνάντηση δεν ήταν απλώς μια πρόταση αλλά μια υποχρέωση για όλους τους επικεφαλής τμημάτων.
Παραδείγματα
Employees have obligations to follow company policies.
Οι εργαζόμενοι έχουν την υποχρέωση να ακολουθούν τις πολιτικές της εταιρείας.
03
υποχρέωση, δέσμευση
a legal agreement specifying a required payment or action and the consequences for failing to comply
Παραδείγματα
The obligation required immediate compliance.
Η υποχρέωση απαιτούσε άμεση συμμόρφωση.
04
καθήκον, υποχρέωση
a personal duty or responsibility arising from a favor, service, or social expectation
Παραδείγματα
Family obligations can shape personal decisions.
Οι οικογενειακές υποχρεώσεις μπορούν να διαμορφώσουν προσωπικές αποφάσεις.
Λεξικό Δέντρο
obligational
obligation
obligate
oblige



























