Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to obligate
01
υποχρεώνω, αναγκάζω
to make someone do something, typically through legal, moral, or social means
Ditransitive: to obligate sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
obligate
γ΄ ενικό πρόσωπο
obligates
ενεστώτα μετοχή
obligating
απλός αόριστος
obligated
παθητική μετοχή
obligated
Παραδείγματα
The signed agreement obligates both parties to adhere to the terms and conditions outlined within.
Η υπογεγραμμένη συμφωνία υποχρεώνει και τα δύο μέρη να τηρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις που περιγράφονται σε αυτήν.
02
δεσμεύω, υποχρεώνω
to commit assets or resources as security against a financial obligation or agreement
Dialect
American
Transitive: to obligate an asset or resource as collateral
Παραδείγματα
She had to obligate her savings account as collateral for the loan.
Έπρεπε να δεσμεύσει τον λογαριασμό της αποταμίευσης ως εγγύηση για το δάνειο.
obligate
01
υποχρεωμένος, αναγκασμένος
restricted to a particular condition of life
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
obligation
obligate
oblige



























