Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obligingly
01
πρόθυμα, ευγενικά
in a helpful and willing way, especially to do a favor or accommodate someone
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She obligingly held the door open for the elderly couple.
Αυτή προθύμως κράτησε ανοιχτή την πόρτα για το ηλικιωμένο ζευγάρι.
02
προθύμως, ευχάριστα
willingly and readily doing something to assist or please others
Παραδείγματα
She obligingly offered to help with the heavy lifting.
Εκείνη πρόθυμα προσφέρθηκε να βοηθήσει με την ανύψωση των βαρέων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
obligingly
obliging
oblige



























