Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
commanding
01
κυρίαρχος, αυταρχικός
having a position of authority or power
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most commanding
συγκριτικός βαθμός
more commanding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The commanding officer's strict adherence to protocol ensured smooth operations.
Η αυστηρή τήρηση του πρωτοκόλλου από τον διοικητή εξασφάλισε ομαλές λειτουργίες.
02
επιτακτικός, εντυπωσιακός
exhibiting authority and control, often in a way that demands attention
Παραδείγματα
The CEO delivered a commanding speech that set the direction for the company's future.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος έδωσε μια επιτακτική ομιλία που έθεσε την κατεύθυνση για το μέλλον της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
commanding
command



























