Commandment
volume
British pronunciation/kəmˈɑːndmənt/
American pronunciation/kəˈmændmənt/

Ορισμός και Σημασία του "commandment"

01

εντολή, διαταγή

something that is commanded
02

εντολή, διάταξη

one of the biblical Ten Commandments, guiding ethical conduct in religious traditions
example
Example
click on words
The Ten Commandments, given to Moses on Mount Sinai, include fundamental commandments like " You shall not murder " and " You shall not steal. "
Οι Δέκα Εντολές, οι οποίες δόθηκαν στον Μωυσή στο όρος Σινά, περιλαμβάνουν θεμελιώδεις εντολές όπως "Δεν θα φονεύσεις" και "Δεν θα κλέψεις."
In Christianity, following the commandments is considered a moral imperative for leading a virtuous life.
Στον Χριστιανισμό, η τήρηση των εντολών θεωρείται ηθική επιταγή για να ζεις μια αρετή ζωή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store