Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Commandment
01
εντολή, διαταγή
an authoritative order or rule
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
commandments
Παραδείγματα
The general issued a commandment to advance at dawn.
Ο στρατηγός εξέδωσε μια εντολή να προχωρήσει την αυγή.
02
εντολή, διδασκαλία
one of the biblical Ten Commandments, guiding ethical conduct in religious traditions
Παραδείγματα
The Ten Commandments, given to Moses on Mount Sinai, include fundamental commandments like "You shall not murder" and "You shall not steal."
Οι Δέκα Εντολές, που δόθηκαν στον Μωυσή στο Όρος Σινά, περιλαμβάνουν θεμελιώδεις εντολές όπως "Δεν θα σκοτώσεις" και "Δεν θα κλέψεις".
Λεξικό Δέντρο
commandment
command



























