commandment
co
κα
mmand
ˈmænd
μαινντ
ment
mənt
μαντ
/kəmˈɑːndmənt/

Ορισμός και σημασία του "commandment"στα αγγλικά

01

εντολή, διαταγή

an authoritative order or rule
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
commandments
Παραδείγματα
The king 's commandment was enforced throughout the kingdom.
Η εντολή του βασιλιά επιβλήθηκε σε όλο το βασίλειο.
02

εντολή, διδασκαλία

one of the biblical Ten Commandments, guiding ethical conduct in religious traditions
Παραδείγματα
Buddhist teachings emphasize ethical conduct, with commandments like avoiding harm to living beings and practicing compassion.
Οι βουδιστικές διδασκαλίες τονίζουν την ηθική συμπεριφορά, με εντολές όπως η αποφυγή βλάβης σε ζωντανά όντα και η πρακτική της συμπόνιας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store