Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
commanding
01
κυρίαρχος, αυταρχικός
having a position of authority or power
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most commanding
συγκριτικός βαθμός
more commanding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The commanding officer led the troops into battle with confidence and determination.
Ο διοικητής αξιωματικός οδήγησε τα στρατεύματα στη μάχη με αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα.
02
επιτακτικός, εντυπωσιακός
exhibiting authority and control, often in a way that demands attention
Παραδείγματα
The general had a commanding presence that inspired confidence in his troops.
Ο στρατηγός είχε μια επιβλητική παρουσία που ενέπνεε εμπιστοσύνη στα στρατεύματά του.
Λεξικό Δέντρο
commanding
command



























