commanding
co
κα
mman
ˈmæn
μαιν
ding
dɪng
ντινγκ
/kəmˈɑːndɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "commanding"στα αγγλικά

commanding
01

κυρίαρχος, αυταρχικός

having a position of authority or power
commanding definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most commanding
συγκριτικός βαθμός
more commanding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The commanding officer's strict adherence to protocol ensured smooth operations.
Η αυστηρή τήρηση του πρωτοκόλλου από τον διοικητή εξασφάλισε ομαλές λειτουργίες.
02

επιτακτικός, εντυπωσιακός

exhibiting authority and control, often in a way that demands attention
Παραδείγματα
The CEO delivered a commanding speech that set the direction for the company's future.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος έδωσε μια επιτακτική ομιλία που έθεσε την κατεύθυνση για το μέλλον της εταιρείας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store