Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imperceptibly
01
απαρατήρητα, με τρόπο αδιάκριτο
in a way that is impossible or extremely difficult to perceive or notice
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The details of the document changed imperceptibly after multiple revisions.
Οι λεπτομέρειες του εγγράφου άλλαξαν απαρατήρητα μετά από πολλές αναθεωρήσεις.
Λεξικό Δέντρο
imperceptibly
perceptibly
perceptible
percept



























