imperceptible
im
ˌɪm
ιμ
per
πα
cep
ˈsɛp
σεπ
tible
tɪəbl
τιεμπλ

Ορισμός και σημασία του "imperceptible"στα αγγλικά

imperceptible
01

απαρατήρητος, ανεπαίσθητος

so slight or gradual that it cannot be noticed 
imperceptible definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most imperceptible
συγκριτικός βαθμός
more imperceptible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
perception, change, measurement
Παραδείγματα
The temperature dropped by an imperceptible degree. 

Η θερμοκρασία έπεσε κατά ένα απαρατήρητο βαθμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

imperceptible
perceptible
percept
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store