Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imperceptible
01
απαρατήρητος, ανεπαίσθητος
so slight or gradual that it cannot be noticed
Παραδείγματα
The error was imperceptible without close inspection.
Το λάθος ήταν απαρατήρητο χωρίς προσεκτική επιθεώρηση.
Λεξικό Δέντρο
imperceptible
perceptible
percept



























