imperfection
Pronunciation
/ˌɪmpɝˈfɛkʃən/

Ορισμός και σημασία του "imperfection"στα αγγλικά

01

ατέλεια, ελάττωμα

a state of having flaws or mistakes, which make something or someone less than ideal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
imperfections
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store