Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Imperialism
01
ιμπεριαλισμός, αποικιοκρατία
a system in which one country controls or has influence over other countries, often by winning wars against them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
imperialisms
Παραδείγματα
The rise of imperialism in the 19th century led to the expansion of European empires.
Η άνοδος του ιμπεριαλισμού τον 19ο αιώνα οδήγησε στην επέκταση των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών.
02
ιμπεριαλισμός
any instance of aggressive extension of authority
03
ιμπεριαλισμός, εξπανσιονισμός
a political orientation that advocates imperial interests
Λεξικό Δέντρο
imperialism
imperial



























