Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Imperialist
01
αυτοκρατορικός, υποστηρικτής του αυτοκρατορισμού
a believer in imperialism
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
imperialists
imperialist
01
αυτοκρατορικός, αποικιακός
supporting or practicing the extension of a country's power over other territories
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most imperialist
συγκριτικός βαθμός
more imperialist
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
politics, history, international relations
Παραδείγματα
The imperialist policies led to the colonization of distant lands.
Οι αυτοκρατορικές πολιτικές οδήγησαν στην αποικιοκρατία μακρινών εδαφών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
imperialistic
imperialist
imperial



























