imperfectible
im
ˌɪm
im
per
fec
ˈfɛk
fek
tible
tɪəbl
tiebl

Ορισμός και σημασία του "imperfectible"στα αγγλικά

imperfectible
01

ατελειοποίητος

unable to be refined 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most imperfectible
συγκριτικός βαθμός
more imperfectible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
potential, quality, philosophy

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

imperfectible
perfectible
perfect
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store