to impend
im
ɪm
ιμ
pend
ˈpɛnd
πενντ
unbendintendexpendblende

Ορισμός και σημασία του "impend"στα αγγλικά

to impend
01

απειλώ, κρέμομαι

to be about to happen or to threaten to occur, typically used to describe a looming event or situation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
impend
γ΄ ενικό πρόσωπο
impends
ενεστώτα μετοχή
impending
απλός αόριστος
impended
παθητική μετοχή
impended
Παραδείγματα
Dark clouds impend over the horizon, suggesting an approaching storm. 

Σκοτεινά σύννεφα απειλούν στον ορίζοντα, υποδηλώνοντας μια επερχόμενη καταιγίδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

impendence
impend
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store