Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impend
01
απειλώ, κρέμομαι
to be about to happen or to threaten to occur, typically used to describe a looming event or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
impend
γ΄ ενικό πρόσωπο
impends
ενεστώτα μετοχή
impending
απλός αόριστος
impended
παθητική μετοχή
impended
Παραδείγματα
If we do n't take action soon, a crisis will impend, leading to dire consequences.
Εάν δεν λάβουμε μέτρα σύντομα, μια κρίση απειλεί, οδηγώντας σε δυσάρεστες συνέπειες.
Λεξικό Δέντρο
impendence
impend



























