Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impend
01
απειλώ, κρέμομαι
to be about to happen or to threaten to occur, typically used to describe a looming event or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
impend
γ΄ ενικό πρόσωπο
impends
ενεστώτα μετοχή
impending
απλός αόριστος
impended
παθητική μετοχή
impended
Παραδείγματα
Dark clouds impend over the horizon, suggesting an approaching storm.
Σκοτεινά σύννεφα απειλούν στον ορίζοντα, υποδηλώνοντας μια επερχόμενη καταιγίδα.
Λεξικό Δέντρο
impendence
impend



























