Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impecunious
01
φτωχός, χωρίς χρήματα
severely lacking money
Παραδείγματα
They offered to help their impecunious friend by paying for his groceries and other necessities.
Πρόσφεραν να βοηθήσουν τον αδέκαρο φίλο τους πληρώνοντας για τα ψώνια και άλλες ανάγκες του.
Λεξικό Δέντρο
impecuniousness
impecunious



























