headline
head
ˈhɛd
hed
line
laɪn
lain
helpline

Ορισμός και σημασία του "headline"στα αγγλικά

01

επικεφαλίδα

the large words in the upper part of a page of a newspaper, article, etc. 
headline definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
headlines
Παραδείγματα
The headline of today's newspaper reads, "Major Earthquake Strikes the City." 

Ο τιτλος της σημερινής εφημερίδας λέει: "Μεγάλος σεισμός χτυπά την πόλη."

to headline
01

είναι ο κύριος ερμηνευτής, είναι το κύριο αστέρι

to be the star performer in a concert or performance 
Transitive
to headline definition and meaning
Παραδείγματα
She will headline the music festival this summer, drawing a huge crowd. 

Θα είναι η κύρια ατραξιόν του μουσικού φεστιβάλ αυτό το καλοκαίρι, προσελκύοντας ένα τεράστιο πλήθος.

02

τιτλοφορώ, κάνω επικεφαλίδα

to give a newspaper page or story a title 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
headline
γ΄ ενικό πρόσωπο
headlines
ενεστώτα μετοχή
headlining
απλός αόριστος
headlined
παθητική μετοχή
headlined
Παραδείγματα
The editor decided to headline the article with a bold statement. 

Ο συντάκτης αποφάσισε να τιτλοφορήσει το άρθρο με μια τολμηρή δήλωση.

03

προβάλλω, τοποθετώ σε επικεφαλίδα

to give something prominent and widespread publicity, as if it were a major news story 
Παραδείγματα
The charity event was headlined in all the local newspapers. 

Η φιλανθρωπική εκδήλωση ήταν τιτλοφόρος σε όλες τις τοπικές εφημερίδες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store