headlight
head
ˈhɛd
hed
light
laɪt
lait
deadlight

Ορισμός και σημασία του "headlight"στα αγγλικά

01

πρόβολος, μπροστινό φως

one of the two powerful, large, and bright lights that are placed at the front of vehicles 
headlight definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
headlights
Παραδείγματα
The car’s headlights were shining brightly in the dark. 

Τα πρόσθια φώτα του αυτοκινήτου έλαμπαν έντονα στο σκοτάδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

headlight

head

+

light

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store