harrowing
ha
ˈhæ
rrowing
rəʊɪng
rewing
narrowing

Ορισμός και σημασία του "harrowing"στα αγγλικά

01

σπαραξικάρδιος, βασανιστικός

extremely distressing or traumatic, causing intense emotional pain or suffering 
harrowing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most harrowing
συγκριτικός βαθμός
more harrowing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The harrowing accounts of survivors from the disaster brought tears to everyone's eyes. 

Οι συγκλονιστικές αφηγήσεις των επιζώντων από την καταστροφή έφεραν δάκρυα στα μάτια όλων.

01

σκάφισμα, επεξεργασία εδάφους

the process of breaking up and smoothing soil to prepare it for planting, typically following plowing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
harrowings
Παραδείγματα
The farmer completed the harrowing of the field before sowing the seeds. 

Ο αγρότης ολοκλήρωσε την οργώνα του χωραφιού πριν από τη σπορά των σπόρων.

02

δοκιμασία, βασανιστήριο

the experience of intense suffering or torment, often causing emotional or psychological pain 
Παραδείγματα
The survivors endured the harrowing of their loved ones in the disaster. 

Οι επιζώντες υπέμειναν τον πόνο των αγαπημένων τους στην καταστροφή.

03

η κάθοδος στην κόλαση, η καταστροφή της κόλασης

a widespread destruction or ravaging, often used in reference to Christ's descent into Hell to free the righteous souls 
Παραδείγματα
The harrowing of hell, according to Christian tradition, symbolizes Christ's victory over death and Satan. 

Η καταστροφή της κόλασης, σύμφωνα με την χριστιανική παράδοση, συμβολίζει τη νίκη του Χριστού επί του θανάτου και του Σατανά.

Λεξικό Δέντρο

harrowing
harrow
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store