hart
hart
hɑ:t
χατ
hearthaart

Ορισμός και σημασία του "hart"στα αγγλικά

01

ελάφι, αρσενικό του ερυθρού ελαφιού

a male red deer, especially one aged over five years 
hart definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
harts
αρσενικό ενικό
hart
θηλυκό ενικό
hind
neutral form
red deer

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store