Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hart
01
ελάφι, αρσενικό του ερυθρού ελαφιού
a male red deer, especially one aged over five years
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
harts
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ελάφι, αρσενικό του ερυθρού ελαφιού