happily
ha
ˈhæ
ppi
pi
ly
li
li
napoli

Ορισμός και σημασία του "happily"στα αγγλικά

01

χαρούμενα, με ευτυχία

with cheerfulness and joy 
happily definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The children played happily in the garden until sunset. 

Τα παιδιά έπαιξαν ευτυχισμένα στον κήπο μέχρι το ηλιοβασίλεμα.

1.1

Ευτυχώς, Με τύχη

by good luck or with relief 
Παραδείγματα
Happily, no one was hurt in the accident. 

Ευτυχώς, κανείς δεν τραυματίστηκε στο ατύχημα.

02

ευχαρίστως, με προθυμία

willingly or with readiness 
Παραδείγματα
She'd happily do it again if asked. 

Θα το έκανε ευχαρίστως ξανά αν της ζητηθεί.

03

κατάλληλα, με αποδεκτό τρόπο

in a way that fits suitably or acceptably 
επίσημο
Παραδείγματα
That proposal doesn't sit happily with our long-term goals. 

Αυτή η πρόταση δεν ταιριάζει ευτυχώς με τους μακροπρόθεσμους στόχους μας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store