grueling
grue
ˈgru:ə
grooē
ling
lɪng
ling
growlinggrovelinggrudginggrumbling
gruelling

Ορισμός και σημασία του "grueling"στα αγγλικά

01

εξαντλητικός, κουραστικός

extremely tiring and demanding strenuous effort and perseverance 
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most grueling
συγκριτικός βαθμός
more grueling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The marathon runners faced a grueling challenge as they pushed themselves to complete the race. 

Οι μαραθωνοδρόμοι αντιμετώπισαν μια επίπονη πρόκληση καθώς πιέζονταν να ολοκληρώσουν τον αγώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store