taxing
tax
ˈtæk
tāk
ing
sɪng
sing
tapingtaking

Ορισμός και σημασία του "taxing"στα αγγλικά

01

επιπονώς, κοπιαστικός

demanding or requiring a considerable amount of effort and energy to deal with 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most taxing
συγκριτικός βαθμός
more taxing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The marathon was a taxing experience for all the runners. 

Ο μαραθώνιος ήταν μια κουραστική εμπειρία για όλους τους δρομείς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store