Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
taxing
01
επιπονώς, κοπιαστικός
demanding or requiring a considerable amount of effort and energy to deal with
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most taxing
συγκριτικός βαθμός
more taxing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
effort, experience, demands
Παραδείγματα
The marathon was a taxing experience for all the runners.
Ο μαραθώνιος ήταν μια κουραστική εμπειρία για όλους τους δρομείς.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
taxing
tax



























