Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Taximeter
01
ταξίμετρο, μετρητής ταξί
a meter in a taxi that registers the fare (based on the length of the ride)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
taximeters
LanGeek



























