taxing
Pronunciation
/ˈtæksɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "taxing"στα αγγλικά

01

επιπονώς, κοπιαστικός

demanding or requiring a considerable amount of effort and energy to deal with
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most taxing
συγκριτικός βαθμός
more taxing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Managing multiple deadlines became quite taxing.
Η διαχείριση πολλών προθεσμιών έγινε αρκετά επίπονη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store