Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
absolutely
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
I absolutely forgot about the meeting.
Ξέχασα εντελώς τη συνάντηση.
Παραδείγματα
I absolutely love this song.
Λατρεύω απολύτως αυτό το τραγούδι.
1.2
απολύτως, ολοκληρωτικά
with unrestricted control or authority
Παραδείγματα
The dictator governed absolutely for over a decade.
Ο δικτάτορας κυβέρνησε απολύτως για πάνω από μια δεκαετία.
02
απολύτως, εντελώς
used to emphasize zero quantity or presence
ανεπίσημο
Παραδείγματα
I have absolutely no interest in politics.
Δεν έχω απολύτως κανένα ενδιαφέρον για την πολιτική.
03
απολύτως, εντελώς
without relation to anything else, in an independent or unqualified manner
Παραδείγματα
The population grew absolutely, not just proportionally.
Ο πληθυσμός αυξήθηκε απολύτως, όχι μόνο αναλογικά.
04
απολύτως, με απόλυτο τρόπο
(grammar) without a direct object or complement
Παραδείγματα
"Waited" can be used absolutely: He waited.
"Περίμενε" μπορεί να χρησιμοποιηθεί απολύτως: Περίμενε.



























