Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
absolutely
Παραδείγματα
She absolutely depends on her medication to function daily.
Εξαρτάται απολύτως από τα φάρμακά της για να λειτουργεί καθημερινά.
Παραδείγματα
He absolutely crushed the interview.
Απολύτως συνέτριψη τη συνέντευξη.
1.2
απολύτως, ολοκληρωτικά
with unrestricted control or authority
Παραδείγματα
They governed absolutely until the revolution broke out.
Κυβέρνησαν απολύτως μέχρι που ξέσπασε η επανάσταση.
02
απολύτως, εντελώς
used to emphasize zero quantity or presence
Παραδείγματα
We faced absolutely no resistance at the checkpoint.
Δεν συναντήσαμε καμία αντίσταση στο σημείο ελέγχου.
03
απολύτως, εντελώς
without relation to anything else, in an independent or unqualified manner
Παραδείγματα
The cost is rising absolutely, not only in relative terms.
Το κόστος αυξάνεται απολύτως, όχι μόνο σε σχετικούς όρους.
04
απολύτως, με απόλυτο τρόπο
(grammar) without a direct object or complement
Παραδείγματα
The verb " smokes " is used absolutely in He smokes.
Το ρήμα "καπνίζει" χρησιμοποιείται απολύτως στο Καπνίζει.



























