Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to galvanize
01
διεγείρω, παρακινώ
to push someone into taking action, particularly by evoking a strong emotion in them
Transitive: to galvanize sb
Παραδείγματα
It took a serious crisis to really galvanize politicians into compromising and passing long-stalled reforms.
Χρειάστηκε μια σοβαρή κρίση για να κινητοποιήσει πραγματικά τους πολιτικούς σε συμβιβασμούς και να περάσουν τις μακροχρόνια καθυστερημένες μεταρρυθμίσεις.
02
γαλβανίζω, ηλεκτρικά διεγείρω
to make a muscle move using electricity
Transitive: to galvanize a muscle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
galvanize
γ΄ ενικό πρόσωπο
galvanizes
ενεστώτα μετοχή
galvanizing
απλός αόριστος
galvanized
παθητική μετοχή
galvanized
Παραδείγματα
They attached the electrodes to strategically galvanize specific muscle groups in the rat abdominal wall.
Συνέδεσαν τα ηλεκτρόδια για να γαλβανίσουν στρατηγικά συγκεκριμένες ομάδες μυών στον κοιλιακό τοίχο του αρουραίου.
03
γαλβανίζω, επικαλύπτω με ψευδάργυρο
to cover iron or steel with a thin layer of zinc to protect it from corrosion
Transitive: to galvanize iron or steel
Παραδείγματα
The company decided to galvanize all the metal beams before shipping them.
Η εταιρεία αποφάσισε να γαλβανίσει όλες τις μεταλλικές δοκούς πριν από την αποστολή τους.



























