Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to galvanize
01
διεγείρω, παρακινώ
to push someone into taking action, particularly by evoking a strong emotion in them
Transitive: to galvanize sb
Παραδείγματα
The speaker 's passionate words galvanized the audience into volunteering for the cause.
Τα παθιασμένα λόγια του ομιλητή ενθάρρυναν το κοινό να εγγραφεί εθελοντικά για τον σκοπό.
02
γαλβανίζω, ηλεκτρικά διεγείρω
to make a muscle move using electricity
Transitive: to galvanize a muscle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
galvanize
γ΄ ενικό πρόσωπο
galvanizes
ενεστώτα μετοχή
galvanizing
απλός αόριστος
galvanized
παθητική μετοχή
galvanized
Παραδείγματα
Early electrotherapists lightly galvanized the affected limbs hoping to stimulate muscle recovery in patients.
Οι πρώτοι ηλεκτροθεραπευτές γαλβάνιζαν ελαφρά τα πληγέντα μέλη ελπίζοντας να διεγείρουν την ανάκαμψη των μυών στους ασθενείς.
03
γαλβανίζω, επικαλύπτω με ψευδάργυρο
to cover iron or steel with a thin layer of zinc to protect it from corrosion
Transitive: to galvanize iron or steel
Παραδείγματα
These nails are galvanized to withstand exposure to moisture.
Αυτά τα καρφιά είναι γαλβανισμένα για να αντέχουν στην έκθεση στην υγρασία.



























