Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to further
01
προάγω, ενισχύω
to advance the progress or growth of something
Transitive: to further progress of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
further
γ΄ ενικό πρόσωπο
furthers
ενεστώτα μετοχή
furthering
απλός αόριστος
furthered
παθητική μετοχή
furthered
Παραδείγματα
The scholarship was established to further the education of underprivileged students.
Η υποτροφία ιδρύθηκε για να προωθήσει την εκπαίδευση των αδυνάτων μαθητών.
further
01
περαιτέρω, πιο μακριά
at or to a more advanced point or stage
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
To complete the project, we need to push further into the research phase.
Για να ολοκληρώσουμε το έργο, πρέπει να προχωρήσουμε περαιτέρω στη φάση της έρευνας.
02
Επιπλέον, Επιπροσθέτως
used to introduce additional information or details beyond what has already been mentioned
Παραδείγματα
Further, we need to consider the long-term impacts of the new policy.
Επιπλέον, πρέπει να λάβουμε υπόψη τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της νέας πολιτικής.
Παραδείγματα
The trail continues further into the woods, leading to a secluded clearing.
Το μονοπάτι συνεχίζει περαιτέρω στο δάσος, οδηγώντας σε μια απομονωμένη ξέφωτη.
further
01
περαιτέρω, πιο εις βάθος
extending or progressing beyond a current point to a greater extent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They needed further clarification on the project requirements.
Χρειάζονταν περαιτέρω διευκρίνιση σχετικά με τις απαιτήσεις του έργου.
02
πιο απομακρυσμένος, πιο μακρινός
more remote or at a greater distance from a particular point
Παραδείγματα
The further regions of the island are less explored and more rugged.
Οι πιο απομακρυσμένες περιοχές του νησιού είναι λιγότερο εξερευνημένες και πιο ανώμαλες.
Λεξικό Δέντρο
furtherance
further



























