furrowed
fu
ˈfɜ
φερ
rrowed
roʊd
ρουντ
/fˈʌɹə‍ʊd/

Ορισμός και σημασία του "furrowed"στα αγγλικά

01

ρυτιδωμένος, συνοφρυωμένος

having deep wrinkles or lines, especially as a result of tension, worry, or age
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most furrowed
συγκριτικός βαθμός
more furrowed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The professor ’s furrowed face showed his intense focus on the lecture.
Το ρυτιδωμένο πρόσωπο του καθηγητή έδειχνε την έντονη συγκέντρωσή του στη διάλεξη.

Λεξικό Δέντρο

unfurrowed
furrowed
furrow
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store