furrowed
fu
ˈfʌ
fa
rrowed
rəʊd
rewd

Ορισμός και σημασία του "furrowed"στα αγγλικά

01

ρυτιδωμένος, συνοφρυωμένος

having deep wrinkles or lines, especially as a result of tension, worry, or age 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most furrowed
συγκριτικός βαθμός
more furrowed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His furrowed forehead showed how stressed he was. 

Το ρυτιδωμένο μέτωπό του έδειχνε πόσο αγχωμένος ήταν.

Λεξικό Δέντρο

unfurrowed
furrowed
furrow
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store