Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Furrow
01
αυλάκι, ρυτίδα
a deep crease or groove on the face caused by repeated facial expressions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
furrows
Παραδείγματα
A furrow appeared between his brows as he read the letter.
Μια ρυτίδα εμφανίστηκε ανάμεσα στα φρύδια του καθώς διάβαζε το γράμμα.
02
αυλάκι, αλοιφή
a long, narrow trench in the ground, especially one made by a plow for planting seeds or irrigation
Παραδείγματα
The farmer guided the plow to cut straight furrows in the soil.
Ο αγρότης οδήγησε το άροτρο για να κόψει ευθείες αυλακώσεις στο έδαφος.
03
αυλάκι, αύλακα
a shallow groove, indentation, or fold in an otherwise smooth surface
Παραδείγματα
The furrow in the sand was made by a dragging rope.
Η αύλακα στην άμμο έγινε από ένα σχοινί που σύρονταν.
to furrow
01
αλούνω, κάνω αύλακες
to make a series of long, narrow grooves or ridges in the ground or on a surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
furrow
γ΄ ενικό πρόσωπο
furrows
ενεστώτα μετοχή
furrowing
απλός αόριστος
furrowed
παθητική μετοχή
furrowed
Παραδείγματα
The farmer furrows the soil to prepare it for planting.
Ο αγρότης αλοιφώνει το έδαφος για να το προετοιμάσει για φύτευση.
02
ρυτιδώνω, αλοώνω
to cause wrinkles or lines to appear on the skin as a sign of worry, confusion, or concentration
Transitive: to furrow sth
Παραδείγματα
She furrowed her brow in deep thought.
Αυτή σύναξε τα φρύδια της σε βαθιά σκέψη.
03
αλοώ, ανοίγω αύλακα σε
cut a furrow into a columns



























