Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to further
01
προάγω, ενισχύω
to advance the progress or growth of something
Transitive: to further progress of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
further
γ΄ ενικό πρόσωπο
furthers
ενεστώτα μετοχή
furthering
απλός αόριστος
furthered
παθητική μετοχή
furthered
Παραδείγματα
The team is currently furthering their understanding of market trends.
Η ομάδα προωθεί αυτή τη στιγμή την κατανόηση των τάσεων της αγοράς.
further
01
περαιτέρω, πιο μακριά
at or to a more advanced point or stage
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The technology has advanced further since the initial release of the product.
Η τεχνολογία έχει προχωρήσει περαιτέρω από την αρχική κυκλοφορία του προϊόντος.
02
Επιπλέον, Επιπροσθέτως
used to introduce additional information or details beyond what has already been mentioned
Παραδείγματα
The report was thorough; further, it included recommendations.
Η αναφορά ήταν διεξοδική· επιπλέον, περιλάμβανε συστάσεις.
Παραδείγματα
The house is located further from the city center, offering a more peaceful environment.
Το σπίτι βρίσκεται πιο μακριά από το κέντρο της πόλης, προσφέροντας ένα πιο ήρεμο περιβάλλον.
further
01
περαιτέρω, πιο εις βάθος
extending or progressing beyond a current point to a greater extent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The committee recommended further investigation into the matter.
Η επιτροπή συνέστησε περαιτέρω διερεύνηση του θέματος.
02
πιο απομακρυσμένος, πιο μακρινός
more remote or at a greater distance from a particular point
Παραδείγματα
The further end of the beach is a perfect spot for solitude away from the crowds.
Το πιο απομακρυσμένο άκρο της παραλίας είναι ένα ιδανικό σημείο για μοναξιά μακριά από τα πλήθη.
Λεξικό Δέντρο
furtherance
further



























