Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to foster
01
ανατρέφω, φροντίζω
to provide care and a supportive home for children, often not biologically related, during difficult times
Transitive: to foster a child
Παραδείγματα
The couple decided to foster a child, offering a stable and nurturing environment.
Το ζευγάρι αποφάσισε να υιοθετήσει ένα παιδί, προσφέροντας ένα σταθερό και θρεπτικό περιβάλλον.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
foster
γ΄ ενικό πρόσωπο
fosters
ενεστώτα μετοχή
fostering
απλός αόριστος
fostered
παθητική μετοχή
fostered
Παραδείγματα
The school aims to foster a supportive environment where students can thrive academically and socially.
Το σχολείο στοχεύει να ενθαρρύνει ένα υποστηρικτικό περιβάλλον όπου οι μαθητές μπορούν να ευδοκιμήσουν ακαδημαϊκά και κοινωνικά.
foster
01
θετός, αναδοχικός
giving or receiving nurturing and parental care, even without blood or legal relations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The foster parents provided a loving and nurturing environment for the child in their care.
Οι ανάδοχοι γονείς παρείχαν ένα στοργικό και θρεπτικό περιβάλλον για το παιδί υπό την επίβλεψή τους.



























