to fulminate
ful
ˈfʊl
fool
mi
mi
nate
neɪt
neit

Ορισμός και σημασία του "fulminate"στα αγγλικά

to fulminate
01

εκρήγνυμαι, ξεσπώ

to erupt or burst forth with sudden and intense energy 
Intransitive
to fulminate definition and meaning
Παραδείγματα
The fireworks fulminated in the night sky, filling the air with bursts of color and light. 

Τα πυροτεχνήματα εξερράγησαν στον νυχτερινό ουρανό, γεμίζοντας τον αέρα με εκρήξεις χρωμάτων και φωτός.

02

καταδικάζω, ανακηρύσσω

to proclaim or issue a denunciation, decree, or strong protest 
Transitive: to fulminate a statement or decree
to fulminate definition and meaning
Παραδείγματα
The author fulminated a manifesto denouncing censorship and advocating for freedom of expression. 

Ο συγγραφέας εκδήλωσε ένα μανιφέστο καταδικάζοντας τη λογοκρισία και υποστηρίζοντας την ελευθερία της έκφρασης.

03

κατακρίνω έντονα, αποδοκιμάζω βίαια

to strongly criticize or condemn 
Intransitive: to fulminate against sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fulminate
γ΄ ενικό πρόσωπο
fulminates
ενεστώτα μετοχή
fulminating
απλός αόριστος
fulminated
παθητική μετοχή
fulminated
Παραδείγματα
The journalist fulminated against the government's handling of the crisis, accusing officials of incompetence. 

Ο δημοσιογράφος κατηγόρησε έντονα τη διαχείριση της κρίσης από την κυβέρνηση, κατηγορώντας τους αξιωματούχους για αδυναμία.

01

φουλμινικό, φουλμινικό

a compound formed from fulminic acid, such as a salt or ester 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fulminates
Παραδείγματα
Mercury fulminate is a highly sensitive explosive fulminate. 

Ο φουλμινικός υδράργυρος είναι ένας εξαιρετικά ευαίσθητος εκρηκτικός φουλμινικός.

Λεξικό Δέντρο

fulmination
fulminate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store