Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to forbid
01
απαγορεύω, απαγορέυω
to not give permission typically through the use of authority, rules, etc.
Transitive: to forbid an action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forbid
γ΄ ενικό πρόσωπο
forbids
ενεστώτα μετοχή
forbidding
απλός αόριστος
forbade
παθητική μετοχή
forbidden
Παραδείγματα
The teacher forbade talking during the exam.
Ο δάσκαλος απαγόρευσε να μιλάμε κατά τη διάρκεια της εξέτασης.
02
απαγορεύω, εμποδίζω
to make something impossible or prevent it from happening
Transitive: to forbid an activity
Παραδείγματα
The heavy rain forbade any outdoor activities during the weekend.
Η καταρρακτώδης βροχή απαγόρευσε οποιαδήποτε δραστηριότητα σε εξωτερικούς χώρους κατά το σαββατοκύριακο.
Λεξικό Δέντρο
forbiddance
forbidding
forbidding
forbid



























