forbidden
for
φα
bi
ˈbɪ
μπι
dden
dən
νταν

Ορισμός και σημασία του "forbidden"στα αγγλικά

01

απαγορευμένος, απαγόρευτος

not permitted to be done 
forbidden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most forbidden
συγκριτικός βαθμός
more forbidden
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
rules, behavior, authority
Παραδείγματα
Smoking is forbidden in this area to maintain clean air quality. 

Το κάπνισμα απαγορεύεται σε αυτήν την περιοχή για να διατηρηθεί η καθαρή ποιότητα αέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store