forbidden
Pronunciation
/ˈfɔɹbɪdən/, /fɝɹˈbɪdən/

Ορισμός και σημασία του "forbidden"στα αγγλικά

01

απαγορευμένος, απαγόρευτος

not permitted to be done
forbidden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most forbidden
συγκριτικός βαθμός
more forbidden
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Exploring the forbidden forest was an exhilarating but risky endeavor for the adventurous hikers.
Η εξερεύνηση του απαγορευμένου δάσους ήταν μια συναρπαστική αλλά επικίνδυνη προσπάθεια για τους τολμηρούς πεζοπόρους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store