to forbid
for
bid
ˈbɪd
bid
by-bidMadridhasidoverbid

Ορισμός και σημασία του "forbid"στα αγγλικά

to forbid
01

απαγορεύω, απαγορέυω

to not give permission typically through the use of authority, rules, etc. 
Transitive: to forbid an action
to forbid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forbid
γ΄ ενικό πρόσωπο
forbids
ενεστώτα μετοχή
forbidding
απλός αόριστος
forbade
παθητική μετοχή
forbidden
Παραδείγματα
The teacher forbade talking during the exam. 

Ο δάσκαλος απαγόρευσε να μιλάμε κατά τη διάρκεια της εξέτασης.

02

απαγορεύω, εμποδίζω

to make something impossible or prevent it from happening 
Transitive: to forbid an activity
Παραδείγματα
The heavy rain forbade any outdoor activities during the weekend. 

Η καταρρακτώδης βροχή απαγόρευσε οποιαδήποτε δραστηριότητα σε εξωτερικούς χώρους κατά το σαββατοκύριακο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

forbiddance
forbidding
forbidding
forbid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store