Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Floor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
floors
Παραδείγματα
He swept the floor to remove the dust and dirt.
Σκούπισε το πάτωμα για να αφαιρέσει τη σκόνη και τη βρωμιά.
Παραδείγματα
The ground floor of the building housed the lobby, reception area, and administrative offices.
Το ισόγειο του κτιρίου φιλοξενούσε το λόμπι, την περιοχή υποδοχής και τα γραφεία διοίκησης.
03
πάτωμα, κατώτερο όριο
a lower limit
04
πάτωμα, δάπεδο
the ground on which people and animals move about
Παραδείγματα
The fish swam close to the lake floor, searching for food among the rocks.
Το ψάρι κολύμπησε κοντά στον πάτο της λίμνης, ψάχνοντας για φαγητό ανάμεσα στα βράχια.
06
αίθουσα συναλλαγών, παρκέ
a large room in a exchange where the trading is done
07
αίθουσα, ημικύκλιο
the legislative hall where members debate and vote and conduct other business
08
δικαίωμα λόγου, βήμα
the parliamentary right to address an assembly
09
όροφος, επίπεδο
the occupants of a floor
10
πάτωμα, βάθος
the lower inside surface of any hollow structure
to floor
01
ρίχνω κάτω, καταρρίπτω
knock down with force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
floor
γ΄ ενικό πρόσωπο
floors
ενεστώτα μετοχή
flooring
απλός αόριστος
floored
παθητική μετοχή
floored
02
καταπλήσσω, εκπλήσσω
to surprise or shock someone greatly
Παραδείγματα
The news of her promotion completely floored him.
Η είδηση της προαγωγής της τον σάστισε εντελώς.
03
πατώ πάτο, πατάω γκάζι μέχρι ακραίας ταχύτητας
to press the accelerator pedal down as far as it will go to make the vehicle go very fast
Παραδείγματα
When the traffic light turned green, the driver floored the car and it sped away quickly.
Όταν το φανάρι έγινε πράσινο, ο οδηγός πάτησε γκάζι μέχρι αύριο και το αυτοκίνητο ξεκίνησε γρήγορα.



























