Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
far-flung
01
απομακρυσμένος, μακρινός
located at a considerable distance from a central point
Παραδείγματα
The far-flung islands of the Pacific are known for their unique ecosystems.
Τα απομακρυσμένα νησιά του Ειρηνικού είναι γνωστά για τα μοναδικά τους οικοσυστήματα.
02
απλωτός, διάσπαρτος
widely distributed or spread over a large area or distance
Παραδείγματα
The book ’s influence is far-flung, inspiring people across various countries.
Η επιρροή του βιβλίου είναι ευρεία, εμπνέοντας ανθρώπους σε διάφορες χώρες.



























