far-fetched
far
fɑ:fɛʧt
faafecht
fetched
farfetched

Ορισμός και σημασία του "far-fetched"στα αγγλικά

far-fetched
01

απίθανος, τραβηγμένος

not probable and difficult to believe 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most far-fetched
συγκριτικός βαθμός
more far-fetched
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
plausibility, explanation, narrative
Παραδείγματα
His explanation for being late was so far-fetched that no one believed him. 

Η εξήγησή του για την καθυστέρηση ήταν τόσο απίθανη που κανείς δεν τον πίστεψε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store