downright
down
ˈdaʊn
dawn
right
raɪt
rait

Ορισμός και σημασία του "downright"στα αγγλικά

01

απόλυτος, ολοκληρωτικός

complete or total, without limitation or moderation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
What you just said is a downright falsehood. 

Αυτό που μόλις είπες είναι μια ολοκληρωτική ψευδολογία.

02

ειλικρινής, άμεσος

direct and frank, especially in speech or behavior 
Παραδείγματα
She gave a downright answer that silenced the room. 

Έδωσε μια ευθεία απάντηση που έκανε το δωμάτιο να σιγήσει.

01

απολύτως, ολοκληρωτικά

in an extreme or absolute way, often used to intensify 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The food was downright disgusting. 

Το φαγητό ήταν εντελώς αηδιαστικό.

Λεξικό Δέντρο

downrightness
downright

down

+

right

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store