Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
downright
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His excuse was a downright fabrication, and everyone knew it.
Η δικαιολογία του ήταν μια ολοκληρωτική κατασκευή, και όλοι το γνώριζαν.
02
ειλικρινής, άμεσος
direct and frank, especially in speech or behavior
Παραδείγματα
His downright honesty can be refreshing, or abrasive.
Η κατευθείαν ειλικρίνειά του μπορεί να είναι αναζωογονητική ή τραχιά.
downright
01
απολύτως, ολοκληρωτικά
in an extreme or absolute way, often used to intensify
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The ending of the film was downright confusing.
Το τέλος της ταινίας ήταν εντελώς μπερδεμένο.



























