Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Downspout
01
κατακόρυφος σωλήνας αποχέτευσης, κάθετος σωλήνας βροχόνερο
a vertical pipe attached to a building which carries away rainwater from the roof to the ground
Dialect
American
Παραδείγματα
The builder installed a downspout at each corner of the house to ensure proper water flow.
Ο οικοδόμος εγκατέστησε ένα κατακόρυφο σωλήνα σε κάθε γωνία του σπιτιού για να εξασφαλίσει τη σωστή ροή του νερού.
Λεξικό Δέντρο
downspout
down
spout



























